Τρίτη 22 Απριλίου 2014

Παιδιά με Αναπηρίες και οι Οικογένειές τους στην Περιοχή της Αττικής

Γίτσα Κοτταρίδη

Η αναζήτηση των ενδογενών και των εξωγενών παραγόντων του προβλήματος των παιδιών με αναπηρίες και η ειδική μεταχείριση των παιδιών αυτών αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα κοινωνικά προβλήματα στον κόσμο μας. Όλες οι αναπτυγμένες χώρες έχουν επιδοθεί στην επιστημονική διερεύνηση και την πρακτική αντιμετώπιση του θέματος, προσπαθώντας να επιτύχουν, όσο το δυνατόν, την εγκαιρότερη πρόληψη, την αγωγή και τη θεραπεία καθώς και την αποκατάσταση των ατόμων αυτών.
Είναι, όμως, ένα θέμα εξαιρετικού ενδιαφέροντος και ανησυχίας το ότι, ακόμη, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, η κοινωνική ενσωμάτωση των παιδιών με αναπηρίες δεν έχει φτάσει το απαιτούμενο επίπεδο, για διάφορους λόγους συμπεριλαμβανομένων των οικονομικών περιορισμών, των στάσεων απέναντι στην αναπηρία και της έλλειψης εμπειρίας.
Κατ’ εξοχήν, λοιπόν, ευαίσθητος ο χώρος των παιδιών με αναπηρίες χρήζει ιδιαίτερης αντιμετώπισης. Μιας αντιμετώπισης που απορρέει από την ύπαρξη πολιτικής βούλησης με ισχυρή την επιστημονική τεκμηρίωση για υφιστάμενες ανάγκες.
Μέσα σ’ αυτές τις προσπάθειες εντάσσεται και το διακρατικό ερευνητικό πρόγραμμα “Παιδιά με Αναπηρίες και οι Οικογένειές τους σε Χώρες της Μεσογείου”. Η έρευνα που σας παρουσιάζουμε σήμερα αποτελεί μέρος αυτού του διακρατικού ερευνητικού προγράμματος μεταξύ μεσογειακών χωρών με κέντρο συντονισμού το Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας και Ιατρικής Έρευνας στο Παρίσι, το γνωστό INSERM.
Ο γενικός σκοπός του Προγράμματος ήταν η μελέτη της παροχής φροντίδας από κρατικούς και ιδιωτικούς φορείς, καθώς και από την οικογένεια, στα παιδιά με αναπηρίες, ο εντοπισμός των δυσλειτουργιών του υπάρχοντος συστήματος φροντίδας και η υποβολή προτάσεων για βελτίωση της κατάστασης στις συμμετέχουσες χώρες.
Οι χώρες που συμμετείχαν ήταν η Ελλάδα, η Αίγυπτος και η Τυνησία, οι οποίες διαφέρουν ως προς το δημογραφικό και οικονομικό πλαίσιο, αλλά έχουν πολλά κοινά σημεία όσον αφορά το σύστημα της κοινωνικής προστασίας και τις στρατηγικές φροντίδας στα παιδιά με αναπηρίες, ιδιαιτέρως τη σημασία του ρόλου της οικογένειας στην παροχή της φροντίδας.
Τα συνεργαζόμενα Ινστιτούτα από κάθε χώρα ήταν:
Από τη Γαλλία
·         Εργαστήριο Κοινωνικών Οικονομικών – Πανεπιστήμιο του Παρισιού
·         Διεθνές Κέντρο Παιδιού
·         Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας και Ιατρικής Έρευνας
Από την Ελλάδα
·         Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών – Ινστιτούτο Κοινωνικής Πολιτικής
·         Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού
Από την Αίγυπτο
·         Πανεπιστήμιο του Σουέζ – Τμήμα Κλινικής Επιδημιολογίας
Από την Τυνησία
·         Ινστιτούτο για την Προώθηση των Αναπήρων
Κάθε εταίρος συμμετείχε στον γενικό σχεδιασμό και στην επιστημονική οργάνωση του Προγράμματος και διεξήγαγε την επιτόπια έρευνα στη χώρα του σε μία επιλεγμένη γεωγραφική περιοχή. Η επιλογή σε κάθε χώρα έγινε με κριτήρια αποφασισμένα από κοινού με τις συνεργαζόμενες χώρες.
Το Ερευνητικό Πρόγραμμα περιελάμβανε τρεις ανεξάρτητες αλλά αλληλοσυμπληρούμενες μελέτες:
·         προκαταρτική μελέτη συγκέντρωσης στοιχείων για την εθνική κοινωνική πολιτική που αφορά τον ανάπηρο παιδικό πληθυσμό και για τις υπάρχουσες σχετικές υπηρεσίες (σε εθνικό επίπεδο)·
·         ανάλυση του τρόπου λειτουργίας των Υπηρεσιών και των Ιδρυμάτων που αφορούν τα παιδιά με αναπηρίες και αξιολόγηση αυτών σε μια επιλεγμένη γεωγραφική περιοχή·
·         μελέτη του ρόλου της οικογένειας στην αντιμετώπιση της αναπηρίας, των αντιλήψεων, των στάσεων και των εμπειριών της οικογένειας ως προς τη διαθεσιμότητα και την αποτελεσματικότητα των προσφερομένων υπηρεσιών, καθώς και της εκτίμησης των αναγκών των οικογενειών αυτών και των προσδοκιών τους.
Η Γαλλία, ως υπεύθυνη συντονισμού, ανέλαβε τη συγκριτική μελέτη του συστήματος παροχών και φροντίδας στα παιδιά με αναπηρίες και των οικογενειών τους στις συμμετέχουσες χώρες. Η προσέγγιση αυτή θα επιτρέψει τον εντοπισμό των πιο αποδοτικών στρατηγικών φροντίδας που είναι συνυφασμένες με τις πολιτισμικές και τις οικονομικές ιδιαιτερότητες της κάθε χώρας και θα συμβάλλει στην ανάπτυξη ολοκληρωμένων προτάσεων.
Οι μελέτες, για την Ελλάδα, διεξήχθησαν στην περιοχή της Αττικής (όπου είναι συγκεντρωμένες οι περισσότερες υπηρεσίες που ασχολούνται με τη φροντίδα των παιδιών αυτών) κατά την περίοδο 1997-1999, αφορούν παιδιά ηλικίας 0-18 ετών και περιλαμβάνουν τρεις τύπους αναπηριών: τις κινητικές, τις νοητικές και τις αισθητηριακές.
Η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε για τη συλλογή του υλικού από τις Υπηρεσίες και τα Ιδρύματα (Ν=35) που προσφέρουν φροντίδα στα παιδιά αυτά ήταν επιτόπου προσωπική συνέντευξη με ένα εκτενές ερωτηματολόγιο κλειστών και ανοικτών ερωτήσεων (324 ανοικτές και κλειστές ερωτήσεις και περίπου 900 μεταβλητές), ενώ για τις οικογένειες (Ν=105), χρησιμοποιήθηκε η ανοικτή ημικατευθυνόμενη συνέντευξη. Επίσης, ζητήσαμε από τις Υπηρεσίες και τα Ιδρύματα να μας δώσουν κάποια επιπλέον στοιχεία για κάθε παιδί που εξυπηρετούσαν. Ακόμη, κατατέθηκαν από τους παιδονευρολόγους των παιδιατρικών νοσοκομείων οι απόψεις και η εκτίμηση της κατάστασης για την εξυπηρέτηση αυτών των παιδιών στην τριτοβάθμια φροντίδα υγείας.
Πριν προχωρήσουμε στις διαπιστώσεις από τα ευρήματα της έρευνας, είναι σκόπιμο να επισημανθούν μερικά σημεία ως προς τον ορισμό της αναπηρίας και να ορίσουμε, με σαφήνεια, τί εννοούμε με τον όρο “ανάπηρο παιδί” σ’ αυτή τη μελέτη.
Σύμφωνα με τον ορισμό της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας, ως “αναπηρία” (handicap) ορίζεται “οποιοδήποτε μειονέκτημα για ένα συγκεκριμένο άτομο, προερχόμενο από μια οργανική, ψυχική ή λειτουργική διαταραχή, το οποίο περιορίζει ή εμποδίζει την εκπλήρωση ενός ρόλου ο οποίος είναι φυσιολογικός γι’ αυτό το άτομο σε σχέση με την ηλικία, το φύλο και τους κοινωνικούς και πολιτισμικούς παράγοντες”. Η ταξινόμηση της αναπηρίας είναι μια ταξινόμηση συνθηκών οι οποίες τοποθετούν το άτομο “σε μια μειονεκτική θέση σε σχέση με τους γύρω του όταν εξετασθούν υπό το πρίσμα των προτύπων της κοινωνίας”. Η ταξινόμηση της αναπηρίας έχει να κάνει με τη σχέση η οποία αναπτύσσεται μεταξύ της κοινωνίας, της κουλτούρας και των ανθρώπων που έχουν διαταραχές ή μειονεκτήματα, όπως εκφράζεται στους ρόλους της ζωής των ανθρώπων.
Εφ’ όσον, λοιπόν, η έννοια του όρου “αναπηρία” διαφέρει ανάλογα με τον τόπο, την εποχή, το πολιτισμικό επίπεδο, δεν υπάρχει ένας ορισμός αυτού του όρου διεθνώς αποδεκτός.
Στην Ελλάδα, σύμφωνα με το νόμο 1566* του 1985 που αφορά την Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και την Ειδική Αγωγή, “άτομα με ειδικές ανάγκες θεωρούνται, κατά την έννοια αυτού του νόμου, τα πρόσωπα τα οποία από οργανικά, ψυχικά, ή κοινωνικά αίτια παρουσιάζουν καθυστερήσεις, αναπηρίες ή διαταραχές στη γενικότερη ψυχοσωματική κατάσταση ή στις επιμέρους λειτουργίες τους και σε βαθμό που δυσκολεύεται ή παρεμποδίζεται σοβαρά η παρακολούθηση της γενικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης, η δυνατότητα ένταξής τους στην παραγωγική διαδικασία και η αλληλοαποδοχή τους με το κοινωνικό σύνολο.
Στα άτομα αυτά περιλαμβάνονται ιδίως:
α)   οι τυφλοί και όσοι έχουν σοβαρές διαταραχές στην όραση,
β)   οι κωφοί και βαρήκοοι,
γ)   όσοι έχουν κινητικές διαταραχές,
δ)   όσοι έχουν νοητική καθυστέρηση,
ε)   όσοι εμφανίζουν επιμέρους δυσκολίες στη μάθηση (δυσλεξία, διαταραχή λόγου και άλλα) ή είναι γενικότερα δυσπροσάρμοστοι,
στ) όσοι πάσχουν από ψυχικές νόσους και συναισθηματικές αναστολές,
ζ)   οι επιληπτικοί,
η)   οι χανσενικοί (λεπροί),
θ)   όσοι πάσχουν από ασθένειες που απαιτούν μακρόχρονη θεραπεία και παραμονή σε νοσηλευτικά ιδρύματα, κλινικές ή πρεβεντόρια και
ι)    κάθε άτομο νηπιακής, παιδικής ή εφηβικής ηλικίας, που δεν ανήκει σε μια από τις προηγούμενες περιπτώσεις και που παρουσιάζει διαταραχή της προσωπικότητας από οποιαδήποτε αιτία”.
Αναρωτιέμαι, αν υπάρχει κάποιος, που, σύμφωνα με τον νόμο αυτό, δεν υπήρξε, σε κάποια φάση της ζωής του, άτομο με ειδικές ανάγκες!
Τα διάφορα Υπουργεία, ανάλογα με το έργο που επιτελούν και τους στόχους τους, περιορίζουν ή διευρύνουν τον όρο “άτομο με ειδικές ανάγκες”. Ακόμη, τα ασφαλιστικά ταμεία υιοθετούν διαφορετικές κλίμακες αναπηρίας για λόγους επιδοματικής πολιτικής (κριτήριο ποσοστό αναπηρίας).
Υπάρχει, λοιπόν, ποικιλία διοικητικών ορισμών της αναπηρίας που δεν μπορεί να αποτελέσει έγκυρο εργαλείο για να βγει ορισμός ως προς το τί πληθυσμός περιλαμβάνεται στον όρο “ανάπηρος”, (σε τί είδος πληθυσμού αναφερόμαστε όταν χρησιμοποιούμε τον όρο “ανάπηρος”). Τα πράγματα δυσκολεύουν περισσότερο όταν θελήσουμε να δώσουμε έμφαση και στην κοινωνική πλευρά – κοινωνικό ορισμό της αναπηρίας.
Όπως είναι φανερό, ο όρος είναι φοβερά ευρύς. Για τον σκοπό αυτής της μελέτης, στον όρο “αναπηρία” συμπεριλάβαμε τρεις μεγάλες κατηγορίες, που, όπως ήδη έχει αναφερθεί, είναι οι κινητικές, οι νοητικές και οι αισθητηριακές αναπηρίες, εκ γενετής ή παρούσες κατά τη γέννηση. Δεν συμπεριλάβαμε αναπηρίες από ατυχήματα ή από ασθένειες κατά την παιδική ηλικία, διότι η κοινωνική αντίληψη και η ενδεχόμενη αποδοχή δεν θα ήταν η ίδια.
Ο κύριος λόγος που επιλέξαμε να εργαστούμε με τις τρεις αυτές κατηγορίες είναι διότι αυτές πληρούν τα κριτήρια που αναφέρονται στον ορισμό της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας, καθώς επίσης και την επικρατούσα έννοια της αναπηρίας στην Ελλάδα. Είναι εντελώς αποδεκτό ότι απόλυτη και μόνιμη υγεία είναι μια ουτοπιστική κατάσταση. Ακόμη και να συμφωνούσαμε με τον ορισμό που δίνει ο παραπάνω νόμος, λόγω χρονικών και οικονομικών περιορισμών, αλλά και μεθοδολογικών δυσκολιών, δεν θα ήταν εφικτό να εξετάσουμε το πλήθος των κατηγοριών και των περιπτώσεων που αναφέρονται.
Εξ άλλου, από τον κατάλογο των Ιδρυμάτων και των Υπηρεσιών για παιδιά με αναπηρίες που μας έδωσε το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας, βλέπουμε ότι οι περισσότερες Υπηρεσίες έχουν σχέση με τις τρεις κυρίως προαναφερθείσες κατηγορίες. Οι κατηγορίες αυτές αποδείχτηκαν προσπελάσιμες και μας έδωσαν μια ξεκάθαρη εικόνα των πραγματικών αναγκών στον τομέα αυτό. Τα αποτελέσματα ανοίγουν το δρόμο για περαιτέρω μελέτη και σε άλλες κατηγορίες αναπηρίας.
Και κάτι ακόμη· αφού αναφερόμαστε σε παιδιά, θα έπρεπε να συμπεριλάβουμε την ηλικιακή ομάδα 0-14 ετών, ομάδα συνήθως αποδεκτή σε εργασίες της UNICEF και στις περισσότερες επιδημιολογικές μελέτες. Όμως, για λόγους που εξυπηρετούσαν το διακρατικό πρόγραμμα, συμπεριλάβαμε την ηλικιακή ομάδα 0-18 ετών.
Κατά τη διάρκεια της μελέτης, προσπαθήσαμε να προβάλλουμε και να υποστηρίξουμε τον όρο “άτομα με αναπηρίες” σε αντικατάσταση του όρου “άτομα με ειδικές ανάγκες”. Πιστεύουμε ότι ο όρος “άτομα με ειδικές ανάγκες” ή “με ειδικές ικανότητες” χρησιμοποιήθηκε κατ’ ευφημισμόν και η χρήση του διαιωνίζει μια πολιτική οίκτου και αμηχανίας απέναντι στα άτομα αυτά.
Στην αναθεώρηση του Συντάγματος της Ελλάδας 2001 (αρθ.21, παρ.6) καθιερώθηκε, επιτέλους, ο όρος “άτομα με αναπηρίες” σε αντικατάσταση του “όρου άτομα με ειδικές ανάγκες”.
Από τα ευρήματα της έρευνας, διαπιστώθησαν τα εξής – τα αναφέρω πολύ περιληπτικά:
Όσον αφορά την προκαταρτική μελέτη (σε εθνικό επίπεδο)
·         Υπάρχει ανεπαρκής πληροφόρηση πάνω στην επιδημιολογία, όπως ήδη ήταν γνωστό, στις επιπτώσεις, στις ανάγκες, που αφορούν τον ανάπηρο πληθυσμό της χώρας, και ιδιαίτερα τα παιδιά με αναπηρίες.
·         Η νομοθεσία για τους ανάπηρους είναι διασκορπισμένη και ανεπαρκής.
·         Υπάρχει ανεπάρκεια προδιαγραφών για την προσαρμογή του περιβάλλοντος (διευθέτηση κτιρίων, προσαρμογή των μεταφορικών μέσων) στις ειδικές ανάγκες των ατόμων με αναπηρίες.
·         Υπάρχει ανεπάρκεια του αριθμού των υπηρεσιών (ειδικά στην επαρχία) και δυσκολία πρόσβασης σε πολλές από τις υπηρεσίες αυτές.
·         Υπάρχει έλλειψη πλήρους καταγραφής και τυπολογικής κατανομής των υπηρεσιών όσον αφορά τον ανάπηρο παιδικό πληθυσμό σε εθνικό επίπεδο.
·         Υπάρχει έλλειψη επαρκούς εποπτείας εκ μέρους του Κράτους στις υπηρεσίες σε διάφορους τομείς, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει κατάλληλος, σωστός προγραμματισμός και χάραξη πολιτικής που να ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες.
·         Η έλλειψη στοιχείων που φάνηκε σ’ αυτή τη μελέτη καθιστά αναγκαία την περαιτέρω έρευνα και οργάνωση αρχείων στον τομέα της υγείας, της εκπαίδευσης καθώς και στον κοινωνικό τομέα όσον αφορά τα παιδιά με αναπηρίες στην Ελλάδα.
Όσον αφορά τα Ιδρύματα και τις Υπηρεσίες (Ν=35, στην περιοχή της Αττικής), υπάρχουν βασικές αδυναμίες στο σύστημα φροντίδας για τα παιδιά με αναπηρίες και συγκεκριμένα:
·         ανεπαρκής εξειδικευμένη φροντίδα για τον τύπο και τον βαθμό αναπηρίας τόσο από την πλευρά εξειδικευμένου προσωπικού όσο και από την πλευρά κατάλληλων και σύγχρονων εγκαταστάσεων·
·         κενά στην αξιόπιστη πληροφόρηση των φορέων που έχουν την ευθύνη εποπτείας και υποστήριξης στον τομέα αυτόν· πολύ συχνά, είναι αποδέκτες αποσπασματικών και ελλειμματικών στοιχείων που δίνουν ασαφή εικόνα της δομής, της μορφής και της λειτουργίας των Ειδικών Κέντρων (Υπηρεσιών και Ιδρυμάτων), καθιστώντας δύσκολη ή και ανέφικτη την αξιολόγηση του έργου τους·
·         ανεπαρκής υποστήριξη και εποπτεία από το Κράτος·
·         κάλυψη αναγκών για φροντίδα από ιδιωτικά Κέντρα με προγράμματα άγνωστης ποιότητας και επιστημονικής βάσης·
·         η αντιμετώπιση του ανάπηρου παιδιού επικεντρώνεται στην αναπηρία και κυρίως στην βιοϊατρική της πλευρά·
·         δεν υπάρχει επαρκές προσωπικό κατάλληλο για ολιστική φροντίδα που συμπεριλαμβάνει την αντιμετώπιση ψυχολογικών, κοινωνικών, αναπτυξιακών αναγκών, ψυχαγωγίας και παιδείας.
Όσον αφορά τις οικογένειες (Ν=105 στην περιοχή της Αττικής)
·         Στη χώρα μας, ίσως και ελλείψει οργανωμένων υποδομών, είναι ο οικογενειακός θεσμός αυτός που, σχεδόν αποκλειστικά, έχει επιφορτισθεί με τη φροντίδα των παιδιών με αναπηρίες. Για τις οικογένειες αυτές, η εμπειρία με την αναπηρία είναι ένα βαρύ φορτίο που σηκώνει κυρίως η μητέρα, χωρίς πληροφόρηση, καθοδήγηση και στήριξη από το Κράτος ή την κοινωνία.
·         Ο στιγματισμός της αναπηρίας από την κοινωνία και τα πρότυπα συμπεριφοράς που προκύπτουν από αυτόν τον στιγματισμό επίσης εμποδίζουν τις οικογένειες να έχουν έναν φυσιολογικό τρόπο ζωής.
·         Αν και η έννοια της αναπηρίας διαφέρει μεταξύ του κοινού, η γενική στάση απέναντι στην κοινωνική ενσωμάτωση των παιδιών με αναπηρίες είναι αρνητική, κυρίως για τα παιδιά με νοητική υστέρηση.
·         Οι γονείς με ανάπηρο παιδί απευθύνουν “σκληρή” κριτική στην υποβάθμιση των προνοιακών πλευρών του Κράτους, αισθανόμενοι έντονα την ανασφάλεια της αγοράς ή της αθεσμοποιήτης κοινωνίας.
·         Ο βαθμός ενημέρωσης της ελληνικής κοινωνίας για τα ζητήματα της αναπηρίας εμφανίζεται χαμηλός. Εξ’ αιτίας της άγνοιας και της ελλειπούς πληροφόρησης, αναπτύσσονται προκαταλήψεις, αρνητικές στάσεις και διαθέσεις με συνέπεια τη διάκριση, τη μη αποδοχή, την περιθωριοποίηση και τον στιγματισμό, που δυσκολεύουν την ορθή αντιμετώπιση της αναπηρίας, ακόμη και από την ίδια την οικογένεια.
·         Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα για μια οικογένεια με ανάπηρο παιδί στην Ελλάδα είναι το κράτος γραφειοκρατίας που έχει να αντιμετωπίσει, το οποίο, ορισμένες φορές, γίνεται μια εντελώς παρανοϊκή κατάσταση.
·         Οι γονείς με ανάπηρο παιδί παραπονούνται: για αρνητική στάση από τη πλευρά της κοινωνίας, για κοινωνικά και φυσικά εμπόδια, για έλλειψη πληροφόρησης, για ανεπαρκή επιστημονική καθοδήγηση και υποστήριξη, για προβλήματα επικοινωνίας και σχέσεων με τους γιατρούς και τους άλλους επαγγελματίες υγείας, για μη έγκαιρη διάγνωση και παρέμβαση.
·         Ζητούν υπηρεσίες φροντίδας στο σπίτι.
·         Τους απασχολεί το μέλλον του παιδιού όταν οι γονείς λείψουν, καθώς οι οικογενειακοί δεσμοί χαλαρώνουν και η παραδοσιακή λειτουργία της οικογένειας αλλάζει.
·         Ζητούν τη δραστηριοποίηση του Κράτους για να καλύψει τις αυξανόμενες ανάγκες που σήμερα επωμίζονται οι ίδιοι οι γονείς.
Η προκαταρτική μελέτη για την Ελλάδα έχει ήδη δημοσιευθεί, στα αγγλικά, ως ΕΚΚΕ Working Paper 1998/1 και είναι υπό επανέκδοση.
Οι μελέτες: α) Ειδικές Υπηρεσίες και Ιδρύματα για Παιδιά με Αναπηρίες στην Περιοχή της Αττική, β) Διαγνωστικές και Θεραπευτικές Υπηρεσίες για Παιδιά με  Αναπηρίες στην Τριτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, και γ) Οικογένεια με Παιδιά με Αναπηρίες στην Περιοχή της Αττικής – Ποιοτική Μελέτη παρουσιάζονται στη σειρά του ΕΚΚΕ – Κείμενα Εργασίας/12 και 13, 2000 στα ελληνικά και στα αγγλικά.
Στοιχεία από τη μελέτη για την παροχή διαγνωστικών και θεραπευτικών υπηρεσιών καθώς και από τη μελέτη των οικογενειών δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό ΠΑΙΔΙΑΤΡΙΚΗ 2000, 63. Η επιλογή του περιοδικού ΠΑΙΔΙΑΤΡΙΚΗ έγινε για να γνωστοποιηθούν τα ευρήματα στον παιδιατρικό κόσμο, που το θέμα της αναπηρίας στην παιδική ηλικία τους αφορά άμεσα.
Από τις μελέτες που υπαγόρευε το διακρατικό πρόγραμμα (των Υπηρεσιών και των Οικογενειών) έχουν γίνει εισηγήσεις και ανακοινώσεις σε διεθνή συνέδρια στο Παρίσι, στο Λονδίνο και στην Αθήνα.
Στην πορεία της μελέτης, διαπιστώθηκαν σοβαρές ελλείψεις και ανεπάρκεια των καταγραφών όσον αφορά τις Υπηρεσίες και τα Ιδρύματα που προσφέρουν φροντίδα σε παιδιά με αναπηρίες. Αυτό οδήγησε στην έκδοση “Ειδικές Υπηρεσίες και Ιδρύματα για Παιδιά 0-18 Ετών με Κινητικά, Νοητικά και Αισθητηριακά Προβλήματα, Περιοχή Αττικής”, που περιλαμβάνει στοιχεία από μια βάση δεδομένων που δημιουργήθηκε για τον σκοπό αυτό. Η έκδοση αυτή είναι ένας εύχρηστος, δηλαδή σύντομος αλλά και ενημερωτικός κατάλογος για κάθε ενδιαφερόμενο, όπως το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας, τους επαγγελματίες υγείας, τους κοινωνικούς λειτουργούς, τους γονείς.
Ο κατάλογος αυτός έχει ήδη σταλεί σε όλες τις Υπηρεσίες και τα Ιδρύματα που συμμετείχαν στην Έρευνα καθώς και στις οικογένειες. Στάλθηκε επίσης στις αρμόδιες υπηρεσίες των Νομαρχιών και των Μητροπόλεων ανά την Ελλάδα. Τα αιτήματα για αποστολή αντιτύπων οδήγησαν στην επανέκδοση του καταλόγου. Ο κατάλογος, βέβαια, βρίσκεται στην ιστοσελίδα του ΕΚΚΕ.
Θα πρέπει να αναφερθεί ότι η μελέτη για την Ελλάδα χρηματοδοτήθηκε από το INSERM, από το ΕΚΚΕ και, κατά το μεγαλύτερο μέρος, από το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας.
Τελειώνοντας, θα ήθελα να επισημάνω ότι η αναγνώριση της σημαντικότητας των αποτελεσμάτων της μελέτης αυτής καθώς και του τρόπου διεξαγωγής της οδήγησε την Ένωση Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων Ελλάδος (ΕΝΑΕ) να ζητήσει τη συνεργασία του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών προκειμένου να καταστεί δυνατή η διαμόρφωση αντικειμενικών, έγκυρων, αξιόπιστων και εφαρμοσμένων μεθόδων αξιολόγησης προνοιακών υπηρεσιών, απαραίτητων για τη βελτίωση της υπάρχουσας κατάστασης στον κατ’ εξοχήν ευαίσθητο τομέα της Κοινωνικής Πρόνοιας και ειδικά στο χώρο των παιδιών με αναπηρίες.
Η αξιολόγηση με επιστημονική μεθοδολογία αποτελεί πλέον βασική διάσταση κάθε κοινωνικο-πολιτικού έργου ή δραστηριότητας. Η ανάγκη εφαρμογής ελέγχου της ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών απασχολεί τους επαγγελματίες υγείας και πρόνοιας διεθνώς.
Για τον σκοπό αυτό, το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών – Ινστιτούτο Κοινωνικής Πολιτικής διαμόρφωσε ένα Ερωτηματολόγιο/Εργαλείο “Δελτίο Ταυτότητας” που να καθιστά εφικτή και να τυποποιεί την απεικόνιση της μορφής, της λειτουργίας και του έργου Κέντρων που εξυπηρετούν παιδιά με αναπηρίες. Πρόκειται για ένα εργαλείο αξιόπιστο και επαναλήψιμο αλλά επίσης εύχρηστο και άμεσα εφαρμόσιμο. Το “Δελτίο Ταυτότητας” διαμορφώθηκε έτσι ώστε να αποτελεί εργαλείο χρήσιμο α) στην αυτογνωσία των Κέντρων, β) στην τυποποιημένη παρουσίασή τους προς τους εξυπηρετούμενους, τους επαγγελματίες, τους χρηματοδότες, την Πολιτεία, γ) ως βάση για αναπτυξιακό προγραμματισμό κάθε Κέντρου και, ασφαλώς, δ) ως βάση για τη διαμόρφωση αναπτυξιακής πολιτικής στο χώρο της αναπηρίας.
Το “Δελτίο Ταυτότητας” μπορεί να χρησιμοποιηθεί, με κατάλληλες προσαρμογές, και σε άλλους χώρους Υγείας και Πρόνοιας.
Ιδιαιτέρως πρέπει να τονισθεί ότι η συνεργασία ΕΝΑΕ και ΕΚΚΕ, συνεργασία φορέα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης με επιστημονικό φορέα, Κέντρων Κοινωνικών Ερευνών, είναι εξαιρετικά σημαντική διότι συνιστά στρατηγική επιλογή για τη χάραξη και την άσκηση πολιτικής με βάση επιστημονικά τεκμηριωμένα στοιχεία.
Επιλεγμένη Βιβλιογραφία
Ferrari, M., M.B. Sussman [Editors] (1987): Childhood Disability and Family Systems. New York: The Haworth Press.
Ingstad, B., S. R. Whyte [Editors] (1995): Disability and Culture. Los Angeles: University of California Press.
International Classification of Impairments, Disabilities, and Handicaps (1980). Geneva: World Health Organization.
Kottaridi, Yitsa, Chrysa Kappi, Eleni Adam (1998): Disabled Children and their Families in Mediterranean Countries – A Preliminary Study in Greece. Athens: EKKE Working Paper 1998/1, Institute of Social Policy.
Rolland, J.S. (1994): Families, Ilness, and Disability. London: Basic Books, A Division of Harper Collins Publishes.
Ruxton, S. (1996): Children in Europe. London: NCH Action for children.
Safford, Ph., E. Safford (1996): A History of Childhood and Disability. New York: Teachers College Press, Columbia University.
Κοτταρίδη, Γίτσα (2000): “Η Οικογένεια και η Φροντίδα των Παιδιών με Αναπηρίες στην Ελλάδα”. Περιοδικό Παιδιατρική, τεύχος  63, σελ. 272-274.
Κοτταρίδη, Γίτσα, Χρύσα Καππή, Ελένη Αδάμ (2000): Ειδικές Υπηρεσίες και Ιδρύματα για Παιδιά 0-18 ετών με Κινητικά, Νοητικά και Αισθητηριακά Προβλήματα, Περιοχή Αττικής. Αθήνα: ΕΚKE, Ινστιτούτο Κοινωνικής Πολιτικής.
Κοτταρίδη, Γίτσα, Χρύσα Καππή, Ελένη Αδάμ (2000): Παιδιά με Αναπηρίες και οι Οικογένειές τους στην Περιοχή της Αττικής. Αθήνα: ΕΚΚΕ Κείμενα Εργασίας 2000/12, Ινστιτούτο Κοινωνικής Πολιτικής.
Στάσεις και Διαθέσεις της Κοινωνίας απέναντι στα Άτομα με Ειδικές Ανάγκες (1997). Αθήνα: Ινστιτούτο V. Project - Research Consulting.




*    Κύρια Ερευνήτρια, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών – Ινστιτούτο Κοινωνικής Πολιτικής.
**  Ερευνητική Ομάδα: Γ. Κοτταρίδη, Χ. Καππή, Ε. Αδάμ.
*   Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, Αθήνα, 30 Σεπτεμβρίου 1985, τεύχος πρώτο, αρ. φυλ. 167.

Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013

Invest in Children through the EU Budget 2014-2020





Discussions on the next long-term EU budget 2014-2020 are soon reaching their end after an intense two-year negotiation period.
Recognising the political challenges in agreement of a political compromise, organisations active in the Children’s Rights Action Group (CRAG), a partnership of international NGOs working to protect and promote children’s rights, urge Members of the European Parliament and the Council of the European Union to:
  •   Adopt an EU budget 2014-2020 with funding programmes that improve investment in children
  •   Under Heading 1 EU structural funds should help to lift children out of poverty and promote
    social inclusion
  •   Under Heading 3 sufficient funds must go to promoting fundamental rights and citizenship, including children’s rights and child protection
  •   Under Heading 4 at least 90% of the budget must go towards development aid and children should be a specific priority for programming so as to have a lasting impact on poverty eradication
    Children and families are being disproportionately affected by the current economic, financial and social crisis. The EU’s long-term budget 2014-2020 (MFF) provides a crucial opportunity to rebuild trust in the European Union. In this regard, child rights NGOs acknowledge the immense value of having reached a political agreement on the overall MFF in due time in July 2013. However, the agreed resources are fewer than initially foreseen, making the investment priorities of the coming years even more important. These need to be further established together with civil society organisations who act as strategic partners. Such partnership principles should be effective, meaningful and mandatory.
    Investment in children makes sense economically, socially and politically. It is the only sustainable way of overcoming social and economic inequalities in the long term. It also means acting upon existing obligations to implement the UN Convention on the Rights of the Child, and the Lisbon Treaty which explicitly sets the objective to promote children’s rights in internal and external EU affairs.
    To allow timely implementation of the EU budget as of January 2014, it is of paramount importance to adopt the overall MFF and all sector-specific funding programmes in due time. Children’s rights are threatened daily by the lack of access to adequate protection, healthcare, housing, education, nourishment or family support both in the European Union as well as globally. This situation is exacerbated by the continued contraction of the social sector spending and austerity measures introduced with too little regard to the long-term impact on future generations. Without appropriate
September 2013
support, the development of millions of children may be irreversibly compromised, which, in its turn, will limit their potential to contribute to the economy and society in the future.
Therefore, children’s rights organisations call on Members of the European Parliament and the Council of the European Union to ensure that:
1. Investment of EU resources goes to promoting social inclusion and combating poverty, in particular child poverty, through the EU Structural Funds under the MFF’s Heading 1:
More than one in four children lives at risk of poverty and social exclusion in the EU. As the second largest piece of EU expenditure, Member States must ensure that cohesion policy instruments contribute to realising the EU goal of fighting child poverty and promoting child well-being, as showcased in the European Commission Recommendation Investing in Children (2013). A guaranteed minimum share to the European Social Fund of at least 25% and within it to social inclusion of at least 20% is essential to proceed on Europe 2020 poverty target, in particular on the reduction of child poverty.
2. Sufficient levels of funding go to the promotion of fundamental rights and citizenship, including children’s rights and child protection under the MFF’s Heading 3:
Promoting fundamental rights and European citizenship is an incremental process that demands sustainable and long-term action. The EU has enormous potential to contribute to the respect, protection, promotion and fulfilment of fundamental rights. Heading 3 specifically provides important opportunities to meet the EU obligations and commitments in this area. We urge you to ensure that these are matched with adequate funding and efficient (effective) instruments under Heading 3.
3. Development aid is at least 90% of Heading 4 and that children are a priority for programming so as to have a true impact on poverty eradication:
Half of the population in developing countries are children. It is estimated that maternal and new-born deaths lead to global productivity losses of USD 15 billion each year. The EU must invest in children to ensure that the goal of poverty eradication and other aims of development cooperation are achieved. The degree to which funding for development prioritises children will not only determine how much impact the EU will have in the efforts to eradicate poverty, but also how strong the EU will be as a global policy maker and promoter of equality, human rights and good governance.
We count on you not to leave the most vulnerable in society behind. The economic and financial crisis should not detract attention away from the core purpose of EU funds: to add value to Member State action, to fulfill EU responsibilities, and to ensure quality of spending. Better and more efficient spending can be achieved through investment in children, and will have immediate and lasting impacts on the whole of society.
We remain hopeful that the EU will adopt financial instruments and levels of funding that make a difference for children. 

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΩΝ ΑΝΗΛΙΚΩΝ

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ


Το διάστημα των τελευταίων τριών ετών η Ελλάδα αντιμετωπίζει μία πρωτοφανή οικονομική και κοινωνική συγκυρία με σοβαρότατες επιπτώσεις για το  σύνολο της ελληνικής κοινωνίας.
Εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, ή με αφορμή αυτήν, η χώρα μας καλείται, σε ένα πλαίσιο εξορθολογισμού της δημοσιονομικής κατάστασης της, να πραγματοποιήσει αλλαγές τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα.
Κοινή διαπίστωση αποτελεί ότι στις αλλαγές αυτές προεξάρχον αξιολογικό κριτήριο είναι, μονοδιάστατα, το οικονομικό  όφελος χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι όποιες επιπτώσεις για το κοινωνικό σώμα, οι οποίες συχνά δημιουργούν δυσβάστακτα βάρη, κοινωνικά και οικονομικά, στο μέσο πολίτη.
Από την καθολικά οικονομική αυτή αντίληψη διαχείρισης δεν εξαιρούνται, δυστυχώς, σημαντικοί και ευαίσθητοι, κοινωνικά και εθνικά,  τομείς όπως της Εκπαίδευσης, της Υγείας- Πρόνοιας και της Δικαιοσύνης.
Παρατηρείται μάλιστα μία σταδιακή, αλλά σταθερή, συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους κάτι που έχει άμεσες επιπτώσεις σε συγκεκριμένες, και καθόλου αμελητέες αριθμητικά, κοινωνικές ομάδες.
Ειδικότερα για το χώρο της Δικαιοσύνης σε εξέλιξη βρίσκεται σχέδιο συγχώνευσης των Υπηρεσιών Επιμελητών Ανηλίκων, που δραστηριοποιούνται στο χώρο της αντιμετώπισης της παραβατικότητας ανηλίκων, με τις Υπηρεσίες Επιμελητών Κοινωνικής Αρωγής, θεσμό που απευθύνεται σε ενήλικους παραβάτες.
Μία τέτοια εξέλιξη  εγείρει σημαντικά  και πολυεπίπεδα ζητήματα (επιστημονικά, επαγγελματικά, νομικά κ.ά.) ενώ δημιουργεί πρωτοφανείς συνθήκες σε θεσμικό-διοικητικό επίπεδο αντίθετα με τα ισχύοντα στη συντριπτική πλειοψηφία των δυτικών συστ
ημάτων ποινικής δικαιοσύνης (επ’ αυτού έχουν εκφράσει τη θέση τους, με δημόσια τοποθέτηση, προς τον υπουργό Δικαιοσύνης, Δ.&Α.Δ. τόσο η Ένωση Ελλήνων Εισαγγελέων όσο και ο «Συνήγορος  του Πολίτη» (www.synigoros.gr/resources/epistolh-pros-yp--dikaiosynhs.pdf  , www.synigoros.gr/resources/docs/deltio-typoy-gia-tis-yphresies-epimelhtwn-anhlikwn.pdf  ).
Η επικείμενη αναδιάρθρωση ενέχει σοβαρούς, άμεσους και μελλοντικούς, κινδύνους μία και ουσιαστικά εντάσσει στο ίδιο πλαίσιο διαχείρισης- αντιμετώπισης τόσο τους ανήλικους όσο και τους ενήλικους παραβάτες.
Θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι Υπηρεσίες Επιμελητών Ανηλίκων αποτελούν το μοναδικό, επιστημονικά εξειδικευμένο και νομοθετικά κατοχυρωμένο και με συνεχή παρουσία πενήντα και πλέον ετών, θεσμό στο σύστημα ποινικής δικαιοσύνης ανηλίκων.
Σε μία δε προοπτική οικονομικής ανάλυσης και προσέγγισης, στοιχείο που ιδιαίτερα τονίζεται αυτή τη περίοδο, από τις επικείμενες αλλαγές στις Υπηρεσίες Επιμελητών Ανηλίκων και τις Υπηρεσίες Επιμελητών Κοινωνικής Αρωγής το οικονομικό και υπηρεσιακό-διοικητικό όφελος είναι μηδαμινό (www.epimelitesanilikon.gr).
Αποτελεί επιστημονικό αξίωμα ότι η διατήρηση και ενίσχυση εξωϊδρυματικών θεσμών διαχείρισης του φαινομένου της εγκληματικότητας, καθώς και η εφαρμογή εναλλακτικών μορφών αντιμετώπισης της, έχει οικονομικά, αλλά και κοινωνικά,  πολύ χαμηλότερο  κόστος από οποιοδήποτε κλειστό πλαίσιο.
Η επιδείνωση των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να οδηγήσει στην  δραματική αλλαγή του επαγγελματικού-επιστημονικού χαρακτήρα και τη συρρίκνωση εξειδικευμένων κοινωνικών θεσμών σε τόσο μάλιστα ευαίσθητους χώρους όπως αυτόν της Δικαιοσύνης και ιδιαίτερα της πρόληψης και αντιμετώπισης της νεανικής παραβατικότητας η οποία όπως οι πρόσφατες έρευνες καταδεικνύουν βαίνει σημαντικά αυξανόμενη (www.unicef.gr/pdfw/children-in-Greece-2013.pdf & www.emcdda.europa.eu/...cfm/att_212374_EL_TDAT13001ELN.pdf).                    Αντίθετα στην τόσο δύσκολη συγκυρία που βρίσκεται η χώρα τέτοιου τύπου δομές θα πρέπει όχι μόνο να διατηρηθούν αυτούσιες αλλά και να ενισχυθούν δεδομένου ότι αποτελούν, από το θεσμικό –υπηρεσιακό τους χαρακτήρα και τη φύση των υπηρεσιών που παρέχουν, ασπίδα κοινωνικής προστασίας ιδιαίτερα για τις κοινωνικά ευαίσθητες και ευάλωτες ομάδες που εξυπηρετούν και οι οποίες πλήττονται περισσότερο από τις δραματικές οικονομικές-κοινωνικές αλλαγές της τελευταίας τριετίας στη χώρα μας.                                                                                      Αν λάβει μάλιστα κανείς υπόψη την αποδεδειγμένη σχέση μεταξύ των οικονομικών-κοινωνικών κρίσεων και της αύξησης της κοινωνικής αποδιοργάνωσης, της ρήξης στην κοινωνική συνοχή και της συνακόλουθης αύξησης της εγκληματικότητας γίνεται εύκολα αντιληπτή η σημασία ύπαρξης εξειδικευμένων υπηρεσιών, όπως αυτών των Υπηρεσιών Επιμελητών Ανηλίκων, για την αναχαίτιση των επιπτώσεων, από τις σαρωτικές αλλαγές που συμβαίνουν στην κοινωνία μας, στην τόσο ευαίσθητη ομάδα των εφήβων-νέων. Η προστασία των θεσμών αποτελεί τόσο ατομικό όσο και συλλογικό μας καθήκον έτσι ώστε η οικονομική κρίση που αντιμετωπίζει η χώρα μας να μην οδηγήσει στη  θεσμική καταρράκωση της ελληνικής πολιτείας και κοινωνίας,  στη δραματική συρρίκνωση του όποιου κράτους πρόνοιας υπήρχε μέχρι πρότινος και τελικά να υποθηκεύσει το μέλλον των επερχόμενων γενεών.


Το Δ.Σ. του Σ.Ε.Δ.Α

Κυριακή 30 Ιουνίου 2013

ΜΙΑ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΠΡΟΑΣΠΙΣΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ


Μία εναλλακτική πρόταση στην προάσπιση των Δικαιωμάτων του Παιδιού. 

Της Σιφνιού Παναγιώτα
Υποψήφια Διδάκτορας στο Τμήμα της Κοινωνιολογίας,
Τομέα Εγκληματολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου.  

Στις 3 Δεκεμβρίου 1992 η Ελλάδα επικύρωσε τη Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού[1], στα πλαίσια της οποίας αναγνώρισε πως :
Η οικογένεια, ως η θεμελιώδης μονάδα της κοινωνίας και το φυσικό περιβάλλον για την ανάπτυξη και την ευημερία όλων των μελών της, και ιδιαίτερα των παιδιών, πρέπει να έχει την προστασία και την υποστήριξη που χρειάζεται για να μπορέσει να διαδραματίσει πληρέστατα το ρόλο της στην κοινότητα.
Αλλά και πως:
Το παιδί, για την αρμονική ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, πρέπει να μεγαλώνει μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον, σ’ ένα κλίμα ευτυχίας, αγάπης και κατανόησης[2].  

Παρόλα αυτά, χιλιάδες παιδιά έχουν στερηθεί το δικαίωμα να ζουν με τη βιολογική τους οικογένεια και πολλά άλλα βρίσκονται σε κίνδυνο να βρεθούν στην ίδια κατάσταση. Η κοινωνική πραγματικότητα έχει αποδείξει, πως σε αρκετές περιπτώσεις το βιολογικό οικογενειακό περιβάλλον δεν αποτελεί το προστατευτικό και φροντιστικό πλαίσιο, το οποίο θα ωφελούσε ένα παιδί. Πολλά από τα παιδιά αυτά έχουν απομακρυνθεί από την οικογένεια τους, λόγω παραμέλησης και κακοποιητικής συμπεριφοράς των γονέων τους. Τα ιδρύματα παιδικής προστασίας κρατικά και μη, αποτελούν πλέον για αυτά τα παιδιά το νέο τους σπίτι, μέσα από το οποίο καλούνται να κοινωνικοποιηθούν. Την τελευταία δεκαετία μάλιστα, οι αιτήσεις προς εισαγωγή παιδιών σε αυτά τα ιδρύματα έχουν πολλαπλασιαστεί, καθώς όσο δυσχεραίνουν οι κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες διαβίωσης των οικογενειών, τόσο αυξάνεται η αδυναμία τους να ανταποκριθούν στις ανάγκες φροντίδας των παιδιών τους. Συχνά η αυξητική αυτή τάση δεν αντικατοπτρίζει πλήρως την πραγματική διάσταση του προβλήματος. Έχει αποδειχθεί[3] πως ένα μεγάλος μέρος των παιδιών, που έχουν εισαχθεί σε ιδρύματα παιδικής προστασίας, θα μπορούσαν να είχαν παραμείνει σπίτι τους αν οι κοινωνικές υπηρεσίες ήταν πιο αποτελεσματικές.

Τα νέα αυτά κοινωνικά δεδομένα, σε συνδυασμό με τη σύγχρονη τάση στο χώρο της παιδικής προστασίας, που προωθεί την εξω-ιδρυματική μεταχείριση, δημιούργησαν την ανάγκη –έστω και αρκετά αργοπορημένα- κινητοποίησης του Συμβουλίου της Ευρώπης. Έτσι το 2005 συντάχθηκε η «Σύσταση για τα δικαιώματα των παιδιών που ζουν σε ιδρύματα παιδικής προστασίας». Στόχος της Σύστασης δεν αποτελεί μόνο η τήρηση συγκεκριμένων αρχών και προδιαγραφών ποιότητας, από τα ιδρύματα παιδικής προστασίας, αλλά εξίσου σημαντική αναγνωρίζεται η εξασφάλιση της αποφυγής εισαγωγής ενός παιδιού σε εξω-οικογενειακό πλαίσιο φροντίδας, αν δεν είναι απολύτως απαραίτητο. Συγκεκριμένα, η δεύτερη και τρίτη κατά σειρά αρχές αναφέρουν πως:
Πρέπει να παρέχονται στο μέγιστο δυνατό βαθμό προληπτικά μέτρα υποστήριξης των παιδιών και της οικογένειάς τους σύμφωνα με τις ειδικές ανάγκες τους.
Και πως:
Η τοποθέτηση του παιδιού σε πλαίσιο προστασίας πρέπει να αποτελεί έσχατο μέτρο[…][4].
Η πρακτική εφαρμογή των δύο αυτών αρχών της Σύστασης αποτελεί το κεντρικό ενδιαφέρον του παρόντος άρθρου. Ποιες είναι δηλαδή εκείνες οι πρακτικές, που μπορούν να βοηθήσουν τις οικογένειες, που βρίσκονται σε κίνδυνο διάλυσης, έτσι ώστε να αποφευχθεί η απομάκρυνση των παιδιών από αυτή και η ένταξη τους σε κάποια δομή μακροχρόνιας φροντίδας.  Τι σημαίνει όμως οικογένεια σε κρίση; Και ποιοι είναι οι παράγοντες, που μπορούν να οδηγήσουν μία οικογένεια στη διάλυση και στο διαχωρισμό από τα παιδιά της; 

Σε γενικές γραμμές ένα παιδί αντιμετωπίζει συνθήκες κρίσης στην οικογένεια του, όταν λόγω αδυναμίας των γονέων, οι βασικές υλικές, συναισθηματικές και εκπαιδευτικές του ανάγκες παραμελούνται. Δεν είναι επίσης σπάνιο το φαινόμενο της κακοποίησης των παιδιών αυτών. Αυτονόητο βέβαια είναι, πως οι παράγοντες, που ενισχύουν μία κατάσταση διάλυσης, ποικίλουν ανάλογα με την εκάστοτε κοινωνική δομή και κοινωνικούς δεσμούς. Σε μία κοινωνική πραγματικότητα όπως η Ελληνική, οι συνηθέστερες συνθήκες κινδύνου διάλυσης διακρίνονται σε ψυχοκοινωνικές (ενδο-οικογενειακή κακοποίηση, εξάρτηση από ουσίες ή αλκοόλ, γονεική εγκληματικότητα, παρελθόν ιδρυματικής φροντίδας των γονέων), οικονομικές (φτώχια, ανεργία, αναλφαβητισμός, έλλειψη στέγης), κοινωνικό πολιτισμικές (μονογονεικές οικογένειες, εφηβική εγκυμοσύνη, εθνοτικές διακρίσεις), και προβλήματα υγείας (σοβαρή νόσος του γονέα ή του παιδιού, ανάπηρο παιδί ή γονέας). Στην πλειοψηφία μάλιστα των περιπτώσεων η κάθε οικογένεια έρχεται αντιμέτωπη με συνδυασμό τέτοιων προβλημάτων. 

Οι δυσκολίες αυτές λοιπόν έχουν αποδειχθεί ικανές να οδηγήσουν μία οικογένεια στη διάσπαση και την απομάκρυνση των παιδιών της από αυτήν. Μόνο μέσω της διαχείρισης αυτών των προβλημάτων, από τα ίδια τα μέλη της οικογενείας, και τελικά της εξάλειψης τους, είναι δυνατών να αποφευχθεί μία τέτοια κατάληξη.
   
Σε αυτό ακριβώς στοχεύει ένα νέο πρότυπο πρόγραμμα των Παιδικών Χωριών SOS, με τον τίτλο «Κέντρα Στήριξης Παιδιού και Οικογένειας». Κεντρική ιδέα αυτού είναι η παροχή υλικό-οικονομικής, αλλά και ψυχοκοινωνικής βοήθειας προς το παιδί και τους κηδεμόνες του, με σκοπό όχι την προσωρινή ανακούφιση τους, αλλά την εκπαίδευση τους στην αντιμετώπιση των προβλημάτων τους, με γνώμονα πάντα την ικανοποίηση των δικαιωμάτων του παιδιού. Η λειτουργία του πρώτου Κέντρου έγινε το 2000 στην περιοχή της Κυψέλης και είχε περιορισμένο πεδίο παρέμβασης σε επίπεδο τόσο υπηρεσιών όσο και εξυπηρετούμενων οικογενειών. Σήμερα το πρόγραμμα έχει τη μορφή δικτύου Κέντρων, καθώς απαρτίζεται από 6 πλέον Κέντρα[5] σε Αθήνα και επαρχία. Η ίδρυση των «Κέντρων» επέκτεινε το πεδίο παρέμβασης του οργανισμού προς την κοινότητα και συγκεκριμένα προς τις βιολογικές οικογένειες, που αντιμετωπίζουν δυσκολία φροντίδας των παιδιών τους, αναλαμβάνοντας έτσι ένα νέο προληπτικό - προνοιακό ρόλο. Ο απώτερος σκοπός δεν είναι άλλος από τη μείωση των περιπτώσεων των παιδιών, που απομακρύνονται από το οικογενειακό τους περιβάλλον και καταλήγουν σε ιδρυματική φροντίδα.     



Αρχές λειτουργίας
Ο οργανισμός, συνεπής στη βασική αρχή και φιλοσοφία του, που λέει πως «κάθε παιδί ανήκει σε μια οικογένεια και πως πρέπει να μεγαλώνει με αγάπη σεβασμό και ασφάλεια»,  προσεγγίζει τη δυσλειτουργική οικογένεια με στόχο την ενδυνάμωσή της και την -κατά το δυνατόν- αποκατάσταση της ικανότητάς της να ανταποκριθεί θετικά στις ανάγκες της καθημερινότητας, έτσι ώστε να αποτελέσει ένα ασφαλές περιβάλλον φροντίδας για τα παιδιά. Οι επαγγελματίες του Κέντρου εργάζονται απευθείας με την οικογένεια αλλά και την κοινότητα. Συνεργάζονται με τις τοπικές αρχές και άλλους φορείς παροχής κοινωνικών υπηρεσιών, προσπαθώντας να πλαισιωθεί προνοιακά η οικογένεια, αποφεύγοντας την απομάκρυνση του παιδιού από αυτήν. Δίνει στην οικογένεια τα εργαλεία, που απαιτούνται για τη φροντίδα και προστασία των παιδιών τους, τη βελτίωση της λειτουργίας της οικογένειας και τη συνδέει με άλλα κοινωνικά υποστηρικτικά δίκτυα.  

Οι αρχές λειτουργίας του προγράμματος είναι ο εξής[6]:
1. Το καταλληλότερο περιβάλλον για να μεγαλώσει ένα παιδί είναι εκείνο της βιολογικής του οικογένειας.
2.   Οι κηδεμόνες- φροντιστές είναι υπεύθυνοι για την ανάπτυξη των παιδιών τους.
3.  Οι κοινότητες πρέπει να είναι η άμεση πηγή υποστήριξης των παιδιών και των οικογενειών τους.
4.  Οι κηδεμόνες-φροντιστές των παιδιών και οι φορείς είναι υποχρεωμένοι να αναγνωρίζουν, να σέβονται, να προστατεύουν και να προωθούν την τήρηση των δικαιωμάτων του παιδιού.

Παραπομπές 

Όσον αφορά τις πηγές των παραπομπών ποικίλουν. Το μεγαλύτερο ποσοστό κατέχουν αυτές, που προέρχονται από τους ίδιους τους γονείς ή από συγγενείς. Συχνά ένα παιδί παραπέμπεται από υπηρεσίες και οργανώσεις παιδικής προστασίας, ή φορείς πρόνοιας, με συνηθέστερες εκείνες, που προέρχονται από κάποια δομή του εκπαιδευτικού συστήματος. Λίγες είναι οι περιπτώσεις που στο Κέντρο απευθύνονται έφηβοι με δική τους πρωτοβουλία. Σε αυτή την περίπτωση ακούγεται καταρχήν το αίτημα τους και στη συνέχεια γίνεται προσπάθεια για συγκατάθεση των γονιών, καθώς ο νόμος προϋποθέτει τη σύμφωνη γνώμη των κηδεμόνων.  

Ενδεικτικά, παρουσιάζονται τα ποσοτικά στοιχεία αναφορικά με τους λόγους των παραπομπών στο Κέντρο για το έτος 2009-2010[7].

Αιτιολογία παραπομπών
Ποσοστό
Σοβαρά οικονομικά προβλήματα
48%
Παραμέληση
37%
Παραβατικότητα γονέων
29%
Ψυχιατρικά προβλήματα γονέων
22%
Συμπεριφορές εξάρτησης γονέων
19%
Κακοποίηση
17%
Σοβαρά διαταραγμένες σχέσεις
11%
Παιδί σε ηθικό κίνδυνο γονέων
9%
Παιδί σε ηθικό κίνδυνο
6%
Νοητικά προβλήματα γονέων
3%
Σεξουαλική κακοποίηση
1%

Σε αυτό το σημείο είναι σημαντικό να προστεθεί, πως την περίοδο 2010 – 2013, όπου η οικονομική κρίση στην Ελλάδα βρίσκεται στο αποκορύφωμα της, οι αιτήσεις για οικονομικούς λόγους φτάνουν και μέχρι το 90%[8]. Ενδιαφέρον, βέβαια είναι το ότι ενώ η αρχική αιτία συνεργασίας με κάποιο Κέντρο είναι η έλλειψη πόρων, στην πορεία βγαίνουν στην επιφάνεια (σε ποσοστό 95%) επιπλέον ψυχοκοινωνικά και μαθησιακά προβλήματα των μελών της οικογένειας, όπως για παράδειγμα παραμέληση ή μαθησιακές δυσκολίες. Γιαυτόν το λόγο οι υπηρεσίες που προσφέρονται δεν περιορίζονται σε υλική- οικονομική βοήθεια, αλλά επεκτείνεται και στο ψυχοκοινωνικό επίπεδο.   

Υπηρεσίες

Κάθε Κέντρο έχει πλαισιώσει τη λειτουργία του γύρω από ένα πακέτο υπηρεσιών υποστηρικτικών στις οικογένειες και στην κοινότητα, στην οποία ανήκουν. Στόχος είναι μία ολιστικού τύπου παρέμβασης που θα περιλαμβάνει όλα τα πεδία των αναγκών (οικονομικές-ψυχικές-κοινωνικές ανάγκες) μία ελληνικής οικογένειας. Οι υπηρεσίες αυτές είναι σχεδιασμένες έτσι ώστε να ικανοποιούν τρεις βασικούς τομείς:

1. Εξασφάλιση της πρόσβασης των παιδιών σε βασικές υπηρεσίες, που απαιτούνται για την επιβίωση, ανάπτυξη και ασφάλεια τους.

Εδώ περιλαμβάνονται υπηρεσίες εκπαιδευτικού, διατροφικού και ψυχοκοινωνικού χαρακτήρα. Καλύπτει δηλαδή, τις βασικές και πρωτεύοντες ανάγκες μία οικογένειας. Πέρα από την παροχή υλικό-οικονομικής βοήθειας, δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην ψυχική και κοινωνική πλαισίωση όλων των μελών. Συγκεκριμένα, γίνεται αξιολόγηση  της κάθε περίπτωσης και στη συνέχεια σχεδιάζεται εξατομικευμένη παρέμβαση. Στη διαδικασία αυτή συμμετέχουν όλα τα μέλη της διεπιστημονικής ομάδας και όπου απαιτείται, καλούνται εκτάκτως και εξωτερικοί συνεργάτες. Η διερεύνηση και η κατανόηση των δυσκολιών κάθε οικογένειας και παιδιού στηρίζεται στη συλλογή πληροφοριών από διαφορετικές πηγές, σε διαφορετικά πλαίσια, όπως  στο σχολείο ή στο σπίτι ή και από την επικοινωνία μεταξύ των επαγγελματιών των διαφόρων υπηρεσιών. Η βοήθεια που παρέχεται στο παιδί είναι εξατομικευμένη και περιλαμβάνει ψυχολογική υποστήριξη, λογοθεραπεία, μαθησιακή υποστήριξη, αλλά και διάφορά εργαστήρια θεραπευτικού χαρακτήρα (Δραματοθεραπεία, μουσικο-θεραπεία, θεραπεία μέσω εικαστικών). 

2. Υποστήριξη των οικογενειών στην ενδυνάμωση της ικανότητας τους να προστατεύουν και να φροντίζουν τα παιδιά τους. 

Όπως ήδη ειπώθηκε, η παροχή οποιασδήποτε φροντίδας στο παιδί είναι ελλιπής και χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα, αν αυτή δεν συνοδεύεται, από παρέμβαση στη ρίζα του προβλήματος, που οδήγησε την οικογένεια στο Κέντρο. Επιμέρους προβλήματα και δυσκολίες αντιμετωπίζει η συντριπτική πλειοψηφία των οικογενειών, το στοιχείο εκείνο όμως που διαφοροποιεί μία οικογένεια με προβλήματα από μία οικογένεια που βρίσκεται σε κίνδυνο διάλυσης, είναι η σοβαρή αδυναμία των γονέων να διαχειριστούν αυτά τα ζητήματα και να ανταποκριθούν επαρκώς στην ικανοποίηση των ψυχοκοινωνικών αναγκών των παιδιών. Έτσι, σημαντικό πεδίο παρέμβασης των υπηρεσιών είναι η στήριξη του ρόλου του γονέα.

Συγκεκριμένα, βοηθιούνται οι γονείς στην εξασφάλιση μίας σταθερής πηγής εισοδήματος, αλλά και εκπαιδεύονται προς έναν ορθολογικό διαχειρισμό αυτού. Επιπλέον, τους παρέχεται Συμβουλευτική γονέων από εξειδικευμένους επαγγελματίες του Κέντρου, έτσι ώστε να ανταποκριθούν στις ενδεχομένως ιδιαίτερες ανάγκες των παιδιών τους, αλλά και για να αντιμετωπιστούν ενδο-οικογενειακές κακοποιητικές συμπεριφορές.

3. Ενίσχυση των τοπικών κοινωνικών φορέων που αφορούν το παιδί και την οικογένεια.   

Η βοήθεια αυτή, που παρέχεται σε παιδιά και οικογένεια και έχει περιγραφεί μέχρι τώρα, θα έχει ουσιαστικό και μακροχρόνια αποτέλεσμα μόνο εφ’όσον εντάσσεται μέσα στην κοινότητα, που ζει η εκάστοτε οικογένεια. Με βάση αυτήν ακριβώς την αντίληψη αναπτύσσει ο οργανισμός και το τρίτο πεδίο δράσης. Επεκτείνει δηλαδή τη παρέμβαση του μέσα στην κοινωνία και ειδικότερα στην πρόνοια. Σκοπός είναι να ενισχυθούν οι φορείς αυτοί, έτσι ώστε να είναι πιο αποτελεσματικοί στην αυτό-οργάνωση και λειτουργία τους, και επομένως να γίνουν περισσότερο αποδοτικοί στην ικανοποίηση των αναγκών των παιδιών και των οικογενειών τους. Αυτό πράττεται κυρίως μέσω προγραμμάτων εκπαίδευσης των επαγγελματιών, που εργάζονται σε αυτούς τους φορείς, όπως είναι καθηγητές και κοινωνικοί λειτουργοί, σε ατομικό ή ομαδικό επίπεδο μέσω σεμιναρίων και ομάδων εργασιών. Η θεματολογία ποικίλει, ανάλογα με τα ιδιαίτερα ζητήματα του κάθε φορέα. Όπως για παράδειγμα στα σχολεία, όπου το συνηθέστερο πρόβλημα είναι η αντιμετώπιση του bullying και η παραμέληση παιδιών. Σημαντική βοήθεια σε αυτή τη δράση προσφέρει η συμμετοχή του οργανισμού σε δίκτυα φορέων όπως το «Δίκτυο ΜΚΟ για την Παρακολούθηση της Εφαρμογής της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού» και το «Δίκτυο ΔΙΣΥΝ», όπου ενισχύεται η μεταξύ τους συνεργασία.

Καταλήγοντας
Συμπερασματικά, το πρόγραμμα αυτό αποτελεί ένα αισιόδοξο μήνυμα στο χώρο της παιδικής προστασίας, αλλά και της πρόνοιας γενικότερα. Και αυτό όχι γιατί πρόκειται για ένα διαφορετικό τρόπο προσέγγισης της προβληματικής οικογένειας, αλλά κυρίως γιατί επικεντρώνει τη λειτουργία του στην προληπτική δράση απέναντι στο συγκεκριμένο ζήτημα. Έχει απομακρυνθεί από την κατασταλτική λογική της απομάκρυνσης του παιδιού από την οικογένεια του και εργάζεται προς τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης του στα πλαίσια της οικογένειας, έχοντας πάντα βάση την εφαρμογή των Δικαιωμάτων του Παιδιού. Ο προνοιακός αυτός ρόλος, που έχει αναλάβει ο συγκεκριμένος οργανισμός δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί, πως μπορεί να αντικαταστήσει τους δημόσιους φορείς πρόνοιας. Αντίθετα, τα Κέντρα αυτά λειτουργούν υποστηρικτικά με αυτούς και συμβουλευτικά. Η γενική πρόνοια αποτελεί αποκλειστικά ρόλο του κράτους. Όταν όμως η λογική λειτουργίας της είναι απαρχαιωμένη και μη αποτελεσματική, καλό θα είναι να είναι δεκτική σε νέες εναλλακτικές προτάσεις, όπως η συγκεκριμένη. 

Σιφνιού Παναγιώτα
Υποψήφια Διδάκτορας στο Τμήμα της Κοινωνιολογίας,
Τομέα Εγκληματολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου.  

H παρούσα έρευνα έχει συγχρηματοδοτηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο - ΕΚΤ) και από εθνικούς πόρους μέσω του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Εκπαίδευση και Δια Βίου Μάθηση» του Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Αναφοράς (ΕΣΠΑ) – Ερευνητικό Χρηματοδοτούμενο Έργο: Ηράκλειτος ΙΙ . Επένδυση στην κοινωνία της γνώσης μέσω του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου.








[1] Ν.2101/92.Ν. 2101/92 (ΦΕΚ Α' 192) : Κύρωση της Διεθνούς Σύμβασης για τα δικαιώματα του παιδιού.
[2] Σχετικά βλέπε:  Νάσκου-Περράκη , Παρούλα, (2002) Η διεθνής σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού και η εσωτερική έννομη τάξη : ερμηνεία κατ'άρθρο, Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα
[3] Σύμφωνα με έρευνα της Βορριά Γ., Σαραφίδου Ε., (1991)
[4] Σύσταση (2005)5 της Επιτροπής Υπουργών στα κράτη μέλη. Τα δικαιώματα
των παιδιών που ζουν σε ιδρύματα παιδικής προστασίας:
http://www.coe.int/t/dg3/familypolicy/Source/Rec%282005%295_Greek.pdf
[5] Προς το παρόν λειτουργούν 6 Κέντρα Στήριξης Παιδιού και Οικογένειας: Αθήνα, Καλαμάτα, Ηράκλειο Κρήτης, Κομοτηνή, Αλεξανδρούπολη και Θεσσαλονίκη.
[6] Σύμφωνα με τις αρχές, που έχουν καθοριστεί από τον διεθνή οργανισμό SOS Childrens Villages. Στο Family Strengthening Programmes. Manual for the SOS Children’s Village Organisation. January 2007. Σελ 2
[7] Όπως είναι καταγεγραμμένα στην Απολογιστική έκθεση, των Παιδικών Χωριών  SOS. Οκτώβριος 2010.
[8] Σύμφωνα με στοιχεία, που παρουσιάστηκαν σε Συνέντευξη Τύπου στις 5 Ιουνίου 2013

Πέμπτη 16 Μαΐου 2013

Πως μιλάμε στα παιδιά για την κρίση;





Του Γιώργου Καβαλιεράτου - 

Κλινικού ψυχολόγου.

Ο καμβάς πάνω στον οποίο  εκτυλίσσεται το σημερινό θέμα μας, είναι η οικονομική κρίση που ξέσπασε αιφνίδια στη Ελλάδα, προκαλώντας σοκ και νέα δεδομένα. Ο χρόνος που έχει παρέλθει καταλαγιάζει κάπως τον αρχικό αιφνιδιασμό, αν και συχνά ανατροφοδοτείται και δίνει ή οφείλει να δώσει την θέση του, στο προβληματισμό και την σκέψη,  ιδιαίτερα όσον αφορά τα παιδιά και τον τρόπο που μεταφέρεται σε αυτά η κρίση.
Τα παρακάτω αφορούν τον προβληματισμό που προκύπτει με αφετηρία τις παρατηρήσεις από την θέση μου ως ψυχολόγου, σ’ ένα θέμα νέο και σύνθετο που δεν μπορούμε να το προσεγγίσουμε με αφορισμούς και συνταγές.
Ας ξεκινήσουμε από το τίτλο του σημερινού θέματος, από τον οποίο προκύπτουν τουλάχιστον τέσσερα μέρη, ένα τετράπτυχο  : οι ενήλικες γονείς, τα παιδιά,  η κρίση και ο λόγος περί κρίσεως.
Θα αναφερθώ εν συντομία, στο κάθε σημείο ξεχωριστά.   

Η κρίση δεν είναι ένα οποιοδήποτε θέμα για το οποίο θα μιλήσουμε στα παιδιά μας. Δεν είναι εγκυκλοπαιδική γνώση, πληροφορία ή περιγραφή ουδέτερης κατάστασης. Την κρίση την ζούμε , έχει επηρεάσει σημαντικές   πλευρές της ζωής μας, αλλά και την γενικότερη ατμόσφαιρα του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο διαβιώνουμε. Επομένως από ψυχικής απόψεως πρέπει πρώτα να την σκεφτούμε πριν την μιλήσουμε. Δηλαδή τί είναι αυτό που βιώνουμε και ποιά είναι η κρίση μας για την κρίση;

Η κρίση  είναι ένα φαινόμενο για το οποίο μιλούν κατά κύριο λόγο με οικονομικούς όρους  αν και ξεπερνάει κατά πολύ την οικονομία - θυμηθείτε όλη αυτή την εξωτική ορολογία spreads, πρωτογενή πλεονάσματα, ισοζύγια, υποζύγια κλπ .
Είναι παράλληλα ένα κοινωνικό, κοινωνιολογικό φαινόμενο όπως και ψυχικό.

Η κρίση ως φαινόμενο έχει έναν μαζικό, συλλογικό,  χαρακτήρα.
Δηλαδή, αν και αγγίζει τον κάθε ένα ξεχωριστά, δεν αφορά μεμονωμένες περιπτώσεις ατόμων, ούτε ένα περιορισμένο μέρος του πληθυσμού, σε αντίθεση με άλλα ψυχικά φαινόμενα που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε.
Αυτός ο μαζικός χαρακτήρας της κρίσης ενδέχεται να δημιουργήσει ένα αίσθημα δέους, με την έννοια ότι κανείς δεν θα εξαιρεθεί από αυτήν , θα έλθει και η σειρά του.
Από την άλλη αυτός ο μαζικός χαρακτήρας είναι ένα πλεονέκτημα σε σχέση με το βίωμα του ατόμου , ότι ως συλλογικό φαινόμενο που αφορά όλους, μπορεί να το μοιρασθεί με τους συνανθρώπους του. Για την κρίση συζητάμε στους χώρους εργασίας, στα καφενεία , στην οικογένεια… επομένως την μοιραζόμαστε. Υπάρχει ένα είδος ομαδικής θεραπείας -  γκρουπ θέραπι.
Αυτός λοιπόν ο μαζικός χαρακτήρας της κρίσης δημιουργεί της προϋποθέσεις ενός
 κοινού, συλλογικού βιώματος αντίστοιχο του οποίου βρίσκουμε σε ιστορικές περιόδους.

Πως μπορούμε λοιπόν να περιγράψουμε  αυτό το συλλογικό βίωμα της κρίσης; Με ποιον όρο, με ποια έννοια μπορούμε να το εκφράσουμε;
Μια από τις έννοιες που θα μπορούσε να περιγράψει περιεκτικά, το βίωμα της κρίσης είναι η απώλεια.

Μπορούμε να διακρίνουμε :

α) Την απώλεια που έχει συμβεί – συντελεσθεί , δηλαδή  χάσαμε κάτι το οποίο είχαμε όπως :  το  επίπεδο ζωής, μια κατάσταση, προνόμια, εισόδημα, εργασία για ορισμένους - η οποία είναι μια πολύ δύσκολη πλευρά της κρίσης για μεγάλο πληθυσμό ατόμων - και διάφορες άλλες απώλειες πιο συμβολικές πιο αφηρημένες.
Η απώλεια ψυχικά μεταφράζεται σε ένα είδος  πένθους με την ευρύτερη έννοια του όρου.
Συχνά  συνδέουμε το πένθος, κυρίως με απώλεια προσφιλούς προσώπου, όμως πρόκειται για μια αντίδραση και  μια διαδικασία που ακολουθεί και εμπεριέχει την απώλεια σε διάφορα επίπεδα όπως : απώλεια σε μια συναισθηματική σχέση πχ  χωρισμός,  μιας κατάστασης επαγγελματικής, υλικών αγαθών  πχ περιουσίας και γενικότερα όποια απώλεια μπορεί να μας κοστίσει συναισθηματικά.
Το πένθος εμπεριέχει συναισθήματα όπως η στεναχώρια η θλίψη και άλλες αρνητικές συναισθηματικές αποχρώσεις, αλλά είναι επίσης μια διανοητική διεργασία όπου επαναφέρουμε στην σκέψη, το παρελθόν, με ότι έχουμε χάσει, και ψάχνουμε για τα αίτια της απώλειας.
Σε αυτό το στάδιο αποδίδουμε ευθύνες : συχνά με φράσεις του τύπου εάν τότε , όπως εάν πήγαινε στο γιατρό, εάν πρόσεχε δεν θα είχε αυτό το αποτέλεσμα κλπ, αντιστοίχως κάνουμε με την κρίση σε συλλογικό κοινωνικό επίπεδο πχ εάν οι πολιτικοί , εάν δεν είχαμε διαφθορά, εάν το κράτος λειτουργούσε, εάν εάν τότε δεν θα είχαμε φτάσει εδώ κλπ.
Όλο αυτό είναι μέρος του πένθους.
Το πένθος είναι μια υγιής διαδικασία όταν δεν γίνεται χρόνια και την ακολουθεί η επαναφορά στην κανονική ζωή.
Υπάρχει η άποψη ότι βγαίνουμε από το πένθος, πλουσιότεροι συναισθηματικά , από ότι όταν εισήλθαμε σε αυτό.
β) Από την άλλη έχουμε την ενδεχόμενη απώλεια , δηλαδή που ενδέχεται να συμβεί , δεν έχει συμβεί και ίσως να μην συμβεί ποτέ, συνδέεται με ατομικούς και  συλλογικούς κινδύνους,  στο άμεσο ή μεσοπρόθεσμο μέλλον και μεταφράζεται σε αβεβαιότητα,  ανασφάλεια, αγωνία, άγχος – άγχος αναμονής, π χ κάποιος φοβάται να μην χάσει προνομία, την εργασία του κλπ. Μπορεί να πάρει την μορφή στρες με έντονες ψυχοσυναισθηματικές εκδηλώσεις.

Τα παραπάνω δημιουργούν συνθήκες κατάθλιψης σε συλλογικό όπως και ατομικό επίπεδο  και μπορούν να οδηγήσουν το υποκείμενο να παρουσιάσει κάποια μορφή αυτής. Δεν είναι απαραίτητο, ούτε  μοιραίο δηλαδή όποιος υφίσταται την κρίση να παρουσιάζει κατάθλιψη αλλά μπορεί να εμφανίσει στοιχεία ή να παρουσιάζει ένα γενικότερο συναισθηματικό και νοητικό αρνητισμό, δηλαδή να αισθάνεται και να σκέπτεται αρνητικά.
Συνεπώς το κοινό αυτό βίωμα έχει ως χαρακτηριστικά το αρνητικό συναισθηματικό φορτίο και τις αρνητικές σκέψεις όπως άλλωστε μεταφράζει η περιρρέουσα ατμόσφαιρα κατήφειας.

Επίσης μπορεί να εκδηλωθεί με θυμό και επιθετικότητα σε ατομικό, στην οικογένεια  ή και συλλογικό επίπεδο.
Συχνά υπάρχει η τάση εξιδανίκευσης του παρελθόντος,  τι καλά που περνάγαμε ή νοσταλγίας  και από την άλλη το μέλλον φαντάζει αβέβαιο και αρνητικό.
Η ιστορική εμπειρία διδάσκει ότι  κάθε κρίση την διαδέχεται η επιστροφή σε μια χωρίς κρίση περίοδο. Αυτό πολλοί άνθρωποι που βρίσκονται σε αυτή την φάση τείνουν να το λησμονούν.

Το μέλλον ως έννοια κλειδί.

Μια από της συνθήκες του παιδιού είναι να βρίσκεται εξελικτικά σε προηγούμενα στάδια σε σχέση με τον ενήλικα και να χρειάζεται την καθοδήγηση του για να μπορέσει να αφομοιώσει να χωνέψει κάποιες φορές, ορισμένα ερεθίσματα από το  περιβάλλον .
Εδώ έχουμε να κάνουμε με την γονική λειτουργία : μερικά από τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της γονικής λειτουργίας  είναι να  φιλτράρει , να  μεταβολίζει τα ερεθίσματα από το περιβάλλον.
Ξεκινάει από την πρώτες στιγμές του εμβρύου, η εγκυμονούσα φροντίζει τον εαυτό της και κατ επέκταση το έμβρυο, στην συνέχεια στην βρεφική ηλικία οι γονείς φροντίζουν να διαμορφώνουν συνθήκες ευνοϊκές για την ανάπτυξη του παιδιού , διατροφής και περιβάλλοντος , αυτό συνεχίζεται στις όλο και περισσότερο ανεπτυγμένες ψυχικές ανάγκες του παιδιού. Από την κουβερτούλα που θα βάλει στο παιδί για να μην κρυώσει, επομένως θα ρυθμίσει την θερμοκρασία, έως την αλλαγή του καναλιού, όταν στην τηλεόραση εκτυλίσσονται σκηνές βίας, για να προστατέψει αλλά και να αποτρέψει το παιδί από αυτήν, ο γονιός ασκεί αυτή του την λειτουργία.
Διαμεσολαβώ, φιλτράρω, μεταβολίζω δεν σημαίνει αποστειρώνω.
Δεν σημαίνει, υπερπροστατεύω,  θέτω σε απομόνωση. Δηλαδή δεν αποτρέπουμε το παιδί να έλθει σε επαφή με το περιβάλλον, αντιθέτως φροντίζουμε να γίνει, όμως υπό όρους ώστε να μπορέσει να το αφομοιώσει ανάλογα με το αναπτυξιακό του στάδιο.
Διαμεσολαβώ, φιλτράρω σημαίνει φροντίζω. Το παιδί χρειάζεται αυτή την διαμεσολάβηση του ενήλικα για να αναπτυχθεί φυσιολογικά.
Αυτή η λειτουργία μέσα στο περιβάλλον που περιγράψαμε παραπάνω της κρίσης, υφίσταται μια πίεση.
Ο γονιός που βρίσκεται σε κατάσταση αρνητικών σκέψεων και συναισθημάτων τείνει να δυσκολεύεται ως προς την κάλυψη των ψυχοσυναισθηματικών αναγκών και σε ακραίες περιπτώσεις και των πρακτικών.

-Ποιό είναι το κυρίαρχο συστατικό στοιχείο της ταυτότητας του παιδιού; Η κυρίαρχη διάσταση γύρω από την οποία περιστρέφεται αλλά και επενδύει την ταυτότητά του; Τί σκεφτόμαστε όταν φέρνουμε στο νου μας το παιδί; Με τι το συνδυάζουμε; Μα οπωσδήποτε με τον χρόνο, και δη τον μέλλοντα. Το παιδί όπως και ο έφηβος αλλά ακόμα και ο νέος ενήλικας διαθέτει μεγάλο κεφάλαιο χρόνου. Χωρίς αυτό δεν θα ήταν παιδί ή νέος, αλλά κάτι άλλο.
Θυμηθείτε ρωτάμε τα παιδία τι θα κάνεις όταν μεγαλώσεις ; Όταν μεγαλώσω θα γίνω μηχανικός, χτίστης …αστροναύτης.
Μέρος της  κλασικής σχέσης παιδιού ενήλικα, είναι η προβολή στο χρόνο, τόσο σε συνειδητό όσο και σε υπολανθάνον επίπεδο, δηλαδή επενδύουμε το παρόν με σκοπό το μέλλον πχ το σχολείο.
Επίσης όταν ρωτάμε τους εφήβους για τα ενδιαφέροντά τους, συχνά μιλούν για το τι σκοπεύουν  ή τι θα ήθελαν να κάνουν στο μέλλον, επαγγελματικά και προσωπικά. Συνεπώς η έννοια της διάθεσης του μέλλοντος και του νέου ανθρώπου είναι αδιάρρηκτα δεμένες.
Υπάρχει ο κίνδυνος ο απογοητευμένος ενήλικας, να περάσει την αρνητικότητα ή το θυμό που αισθάνεται ο ίδιος στα παιδιά του.
Εδώ έχουμε την συνάντηση της απαισιοδοξίας του ενήλικα και του μέλλοντος που συμβολίζει το παιδί.
Αυτό είναι ένα σημαντικό κομμάτι της βάσης, πάνω στην οποία πρέπει να στηριχθεί ο προβληματισμός για το πώς μιλάμε στα παιδιά για την κρίση.

Τα παιδιά μας ακούνε, είναι πρόσφορο έδαφος.
Κυρίως τα μικρότερα μπορεί να καταγράφουν τα λεγόμενα των προσώπων κύρους, ως απόλυτες αλήθειες, ακόμα και αν δεν υπάρχει η πρόθεση από μεριά τους. Συχνά όταν μεγαλώνουν και βλέπουν ότι αυτά δεν υφίστανται, δεν ισχύουν με βάση τον κοινό νου ή την επιστήμη, συνεχίζουν να τους επηρεάζουν διότι έχουν καταγραφή στα βαθύτερα στρώματα του εγώ.

-Υπάρχει ο κίνδυνος της δημιουργίας ενός αντιφατικού λόγου που να εγκλωβίζει τον νέο άνθρωπο του τύπου :
Διάβαζε, προσπάθησε, προόδευσε
και από την άλλη το αντίθετο :
δεν υπάρχει μέλλον, είναι άσκοπη η προσπάθειά σου,  ό,τι και να κάνεις σε  περιμένει το αδιέξοδο, η ανεργία ή ο ξενιτεμός.
δεκάχρονος μαθητής που απαντούσε σε ερώτησή μου ως προς τις σχολικές του επιδόσεις, είχε ενσωματώσει στα επιχειρήματα  του τα παραπάνω : γιατί να διαβάσω και να είμαι καλός μαθητής; σήμερα όποιος σπουδάζει δεν βρίσκει δουλειά , μόνο στην Γερμανία, έτσι λέει ο μπαμπάς μου!!!
Όταν μετά από μέρες είδα τους γονείς του, παραπονιόντουσαν στη αρχή της συνάντησης, για την απροθυμία του γιού τους να διαβάσει. Στην συνέχεια μιλώντας μου για τους ίδιους, εξέφραζαν την αγωνία να χάσουν τις δουλειές τους, αλλά και εν τω μέσω γενικότερων πολιτικών και κοινωνικών σχολίων, την απαισιοδοξία τους για το μέλλον των παιδιών τους. Τους επέστησα την προσοχή στις αντιφατικές δηλώσεις που υποστήριξαν εντός δεκαλέπτου.  
Εμβρόντητοι συνειδητοποίησαν ότι κάθε βράδυ στο τραπέζι μετά το δελτίο ειδήσεων επαναλάμβαναν ακριβώς τα ίδια.

-Από την άλλη, μια μητέρα εφήβου που είχε ανάλογο θέμα με τον γιό της, όταν αυτός της είπε ότι δεν υπάρχει λόγος να γίνει επιστήμονας, διότι η διέξοδος είναι η Γερμανία, αυτή του απάντησε, συμπυκνώνοντας την αντιφατικότητα των καιρών, αλλά βρίσκοντας τρόπο να δώσει νόημα στην προσπάθεια του παιδιού της :
Έ εάν είναι να μεταναστεύσεις, καλύτερα επιστήμονας στην Γερμανία παρά ανειδίκευτος εργάτης. Αυτή η μητέρα  έστειλε το μήνυμα ότι ακόμα και έτσι αξίζει κανείς να προσπαθεί.
Αυτός ο λόγος λοιπόν δεν οφείλει   να αφαιρεί, σε ατομικό επίπεδο την προοπτική στο παιδί να οραματίζεται θετικά τον εαυτό του  στο μέλλον, ούτε σε συλλογικό επίπεδο ως γενιά.

Πως μιλάμε στα παιδιά για την κρίση, έχει να κάνει όπως είδαμε, με το πώς μιλάμε μεταξύ μας, αλλά και τι εκφέρεται δημοσίως.
Το ατομικό και το συλλογικό αλληλεπικαλύπτονται . Έτσι είτε το λέμε στο σπίτι είτε είναι δημόσιος λόγος, επηρεάζει τα παιδιά  – πχ , το σχολείο, η τηλεόραση ( σκεφτείτε την δύναμη και την τάση των ΜΜΕ προς την υπερβολή χάριν της τηλεθέασης και τον πανικό που δημιουργούν κάποιες φορές ).
Για αυτό το λόγο αναλογεί στους γονείς και όχι μόνο, στους  δασκάλους επίσης και άλλους, να θωρακίσουμε τα παιδιά ενάντια στη συλλογική εκφορά του αρνητικού λόγου.
Να τον φιλτράρουν να του αφαιρεθούν οι υπερβολές.
Σε διαφορετική περίπτωση, θα παγιωθούν στάσεις και αντιλήψεις για την αντιμετώπιση της ζωής, οι οποίες δεν θα ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και στις ανάγκες της εποχής δέκα, δεκαπέντε χρόνια αργότερα, όταν τα σημερινά παιδιά θα βρίσκονται στην ενεργό δράση. Φανταστείτε ένα σημερινό δεκάχρονο ακόμα περισσότερο πεντάχρονο.


Η κρίση είναι ένα φαινόμενο αρκετά αφηρημένο έως τελείως συγκεκριμένο, εξαρτάται από ποιο επίπεδο την προσεγγίζουμε.
Πώς η κρίση εκδηλώνεται σε κάθε ξεχωριστό άτομο ή οικογένεια;

Α) Στο Πρακτικό επίπεδο, η κρίση εξειδικεύεται σε κάθε περίπτωση  – οικογένεια ξεχωριστά, πχ ως ανεργία, μειωμένο εισόδημα κλπ.
Β) Στο Συναισθηματικό επίπεδο, ως συναισθηματικό φορτίο, ατομικό συναίσθημα – διάθεση, το οποίο μεταφέρεται, διαχέεται στο περιβάλλον και δη το οικογενειακό.
Γ) Στο Εννοιολογικό επίπεδο ως, αφορισμοί, αιτιολογικές φράσεις, ερμηνεία  κλπ δηλαδή πως ο καθένας ερμηνεύει και αντιλαμβάνεται νοητικά την κρίση.
Δ) Η Δράση , η στρατηγική που επιλέγεται για την αντιμετώπισή της.

Η παρέμβαση γίνεται σε κάθε ένα επίπεδο ξεχωριστά. Ο τρόπος που μιλάμε για την κρίση αφορά κυρίως  τα δύο προτελευταία.

Στην πρώτη περίπτωση – του πρακτικού επιπέδου - ο άνεργος για παράδειγμα οφείλει να εξαντλήσει κάθε δυνατότητα που δίνεται από τις κρατικές υπηρεσίες, ΜΚΟ και άλλες, ώστε να εξασφαλίσει τα αναγκαία προς επιβίωση, και να περάσει το μήνυμα στα παιδιά του ότι  το παλεύει. Επίσης μπορεί να ψάξει για  εκπαιδευτικά προγράμματα, εθελοντισμό ώστε να διατηρήσει το αίσθημα ότι είναι ενεργός.
Όταν το εισόδημα είναι μειωμένο ένα ελάχιστο παράδειγμα αντιμετώπισης μπορεί να είναι, η χρήση λίστας στις  αγορές μας και η συμμετοχή των παιδιών στην κατάρτιση της.
Η απάντηση στην ερώτηση που αγχώνει πολλούς γονείς : μαμά γιατί μου παίρνεις λιγότερα παιχνίδια ; είναι να αναρωτηθούμε γιατί έχουμε διαμορφώσει μια τέτοιου είδους σχέση με τα παιδιά και όχι στην βάση των συναισθημάτων.
Το πως μιλάμε για την κρίση δεν είναι μόνο θέμα λόγων, αλλά και της γενικότερης στάσης και αντιμετώπισης, εξίσου σημαντικής και πλούσιας σε μηνύματα για τα παιδιά.
Τα παιδιά συχνά δεν ακούνε μόνο αυτό που λέμε, αλλά βλέπουν αυτό όπου κάνουμε. Επομένως πως την αντιμετωπίζουμε.

Ο τρόπος που μιλάμε στα παιδιά για την κρίση είναι κυρίως ζήτημα αφήγησης και όχι λογικής. Το συναισθηματικό και το εννοιολογικό επίπεδο αλληλοεμπλέκονται,  αφήνοντας λανθάνοντα μηνύματα όπως στα παραμύθια.
Τουλάχιστον τρία χαρακτηριστικά οφείλουμε να φιλτράρουμε στην αφήγηση μας για την κρίση :
-Το χαρακτηριστικό της παντοδυναμίας. Η κρίση δεν είναι παντοδύναμη, διαφορετικά είμαστε αδύναμοι να την αντιμετωπίσουμε, επομένως δεν έχουμε παρά να την υποστούμε.
-Τον τιμωρητικό χαρακτήρα , ότι δηλαδή κάναμε κάτι κακό και τώρα ήρθε η τιμωρία , παραπέμπει σε βιβλικού τύπου λογικές, ενοχοποίηση και εξάπτει φοβικά το φαντασιωτικό των παιδιών.
-Το αδιέξοδο μέλλον όπως αναφερθήκαμε παραπάνω.

Πως θα διηγηθούμε την κρίση;
Θα  δημιουργήσουμε ένα νέο αρνητικό ήρωα – ένα φοβικό αντικείμενο τύπου κακός λύκος, πχ. μια λευκή κακιά αρκούδα που κατεβαίνει από τον παγωμένο βορρά.
Ή όπως οι εποχές εναλλάσσονται , άνοιξη καλοκαίρι, χειμώνας, ο χρόνος έχει περιόδους όπως αυτή που διανύουμε τώρα, όπου ο δυναμισμός, η ευρηματικότητα, η δημιουργικότητα  χρειάζονται για να την αντιμετωπίσουμε.
Συνοψίζοντας, ίσως θα πρέπει να απομυθοποιήσουμε την κρίση, και να την εντάξουμε στον πραγματικό ενεστώτα χρόνο, να την συμπεριλάβουμε ως μέρος και συνέχεια  της καθημερινότητας μας και όχι έξω από μας όπως γινόταν πριν συμβεί,  ανάγνωση ιστορικής περιόδου …κάποτε,  ή γεωγραφίας, κάπου αλλού μακριά, που δεν μας αφορά. Τότε νομίζω τα λόγια για να την αφηγηθούμε στα παιδιά θα έρθουν.


Λεξικό

Η κρίση είναι κυρίως νοητικό φαινόμενο και η σχέση του με την οικονομική κρίση υποστηρίζεται από την ίδια την ερμηνεία της λέξης.
Σύμφωνα με το λεξικό του Γ. Μπαμπινιώτη έχουμε τις εξής ερμηνείες,
            κρίση :
1)      Η ικανότητα του ανθρώπου να εμβαθύνει λογικά  και να καταλήγει σε ορθά συμπεράσματα.
2)      Η άποψη η εκτίμηση που εκφέρει κανείς για πρόσωπα πράγματα και καταστάσεις.
3)      Οι προαγωγές και αποστρατείες.
4)      Η απόφαση δικαστηρίου.
5)      Η διατάραξη της ομαλής πορείας μιας διαδικασίας, η κακή λειτουργία, ή η έμπρακτη αμφισβήτηση καθιερωμένων (δομών, αξιών, θεσμών κλπ ) η κρίση της οικογένειας, η νομισματική, οικονομική κρίση κλπ.
6)      Κατάσταση στην οποία έχει χάσει κανείς την εμπιστοσύνη στον εαυτό του ή σε ό,τι κάνει.
      7)
      8)   Η τιμωρία, ή δικαίωση των ανθρώπων από τον Θεό, ημέρα της κρίσεως.

Κριτήριο : καθετί βάση του οποίου εκφέρουμε μια κρίση, το μέτρο αξιολόγησης ή επιλογής.
Κριτική :  έκφραση γνώμης για κάποιον / κάτι.

Η λέξη αυτή έχει πολλαπλά επίπεδα καταγραφής στην συνείδηση των Ελλήνων ομιλητών, είτε το γνωρίζουν συνειδητά είτε όχι.
Συνεπώς ο κοινός παρανομαστής είναι κυρίως το νοητικό κομμάτι και προφανώς αυτό να είναι και μέρος της λύσης.